Varkada-Nisiotiko Paradosiako (1976)
Νησιώτικο τραγούδι:
Ικαριώτικος:
Υπάρχουν δύο Ικαριώτικοι χοροί:
1) ο αυθεντικός Ικαριώτικος (στη πραγματικότητα τέσσερα διαφορετικά τραγούδια-σκοποί, που συνολικά ή ξεχωριστά αποτελούν τον Ικαριώτικο χορό), που χορεύουν οι Ικαριώτες στα παραδοσιακά πανηγύρια τους.
Συγκεκριμένα οι οργανικοί σκοποί είναι ο τσαμούρικος,ο ραχιώτικος και ο περαμαρίτικος και τα τραγούδια “Πέρα στο χωριού τη βρύση” και “Η συμπεθέρα”.
2)Το τραγούδι “Ικαριώτικος” (Η αγάπη μου στην Ικαριά) (Κονιτόπουλος, Πάριος κα.)
Σύγχυση δημιουργείται συχνά μεταξύ των δύο εκδοχών. Πολύς κόσμος πιστεύει οτι το τραγούδι “Η αγάπη μου στην Ικαριά” είναι ο παραδοσιακός Ικαριώτικος χορός, το οποίο είναι ανακριβές.
Αν και οι χοροί είναι εξαιρετικά όμοιοι (στη πραγματικότητα ίδια βήματα με διαφορετικό ρυθμό και τρόπο)
Στον Ικαριώτικο χορό οι χορευτές πιάνονται ψηλά από τους ώμους. Τα όργανα που παίζουν τον Ικαριώτικο, παραδοσιακά είναι η Τσαμπούνα ή τσαμπουνοφυλάκα, το βιολί και σε πιο σύγχρονες εκδοχές και η κιθάρα.
Στα Ικαριώτικα πανηγύρια που γίνονται όλο το καλοκαίρι (και όχι μόνο) στο νησί του Ικάρου, η εκδοχή 2 (η αγάπη μου στην Ικαρία) δεν ακούγεται καθόλου από τις παραδοσιακές ορχήστρες του νησιού. Αυτό ερμηνεύεται από αρκετούς ως αποφυγή σύγχυσης του πραγματικού Ικαριώτικου με το τραγούδι. Αντ’ αυτού, σε όλα τα Ικαριώτικα πανηγύρια την τιμητική του φυσικά έχει ο Ικαριώτικος (εκδοχή 1) όπου παίζεται και χορεύεται με πάθος αρκετές φόρες κατά τη διάρκεια του πανηγυριού από πλήθος κόσμου.
Τα τελευταία χρόνια τα πανηγύρια έχουν “ξαναγεννηθεί” με την έντονη συμμετοχή της νεολαίας, αλλά και των επισκεπτών του νησιού, έχοντας γίνει ο πόλος έλξης του νησιού!
Η Καρπάθικη σούστα είναι ένας σχεδόν συρτός χορός με ήσυχα βήματα και χωρίς ιδιαίτερα σουσταρίσματα. Είναι ο μόνος χορός του νησιού, στον οποίο επιτρέπεται γυναίκες να χορεύουν στο μπροστινό μέρος και κατάγεται από τα κάτω χωριά της Καρπάθου (Απέρι, Βωλάδα, Όθος, Πυλές, Μενετές, Αρκάσα), όπου και χορεύεται, σε αντίθεση με τα βόρεια χωριά.
Έχει παρομοιασθεί πολλές φορές με τα κύματα της θάλασσας, χάρη στον τρόπο που χορεύεται. Παλαιότερα θεωρούνταν ως ο χορός των γυναικών και των γερόντων ως ξεκούραστος χορός. Σήμερα στα βόρεια χωριά του νησιού δεν χορεύεται σχεδόν καθόλου, ενώ στα νότια είναι από τους κυριότερους χορούς και χορεύεται μεμονωμένα ή μόνο από τον πρωτοχορευτή με τις χορεύτριές του κατά τον επίσης κύριο Πάνω Χορό.
Η μουσική της Σούστας, σε αντίθεση με αυτήν του Πάνω Χορού, αποτελείται από δοξαριές που παίζονται κυρίως στη χαμηλοκουρδισμένη μεσαία χορδή της καρπάθικης λύρας.
Η μαντινάδα ή πατινάδα ή κοτσάκι είναι ποίημα που αποτελείται από δυο στίχους που συνήθως είναι δεκαπεντασύλλαβοι σε ομοιοκαταληξία ή και τέσσερα ημιστίχια που δεν ομοιοκαταληκτούν απαραίτητα. Αποτελεί μέσο αυθόρμητης λαϊκής έκφρασης σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, κυρίως όμως ως κατηγορία του νησιώτικου ελληνικού τραγουδιού στην Κρήτη, που είναι ξακουστή για τις μαντινάδες της.
Αυτό το είδος της έμετρης λαϊκής έκφρασης στις Κυκλάδες και ιδιαίτερα στην Απείρανθο της Νάξου λέγεται “κοτσάκι”. Αντίστοιχα ονόματα αυτού του είδους είναι επίσης τα λιανοτράγουδα, οι ρίμες, οι παρόλες τα “στιχάκια” ή τα “δίστιχα” άλλων περιοχών της Ελλάδας.
Ειδικότερα, η κρητική μαντινάδα διακρίνεται για την ιδιάζουσα έκφραση, το μεστό της φράσης και αντανακλά τα αισθήματα, τη σκέψη και τη ζωή του κρητικού λαού. Αντλεί τη θεματολογία της από ποικίλους τομείς και ανάλογα διακρίνονται σε σκωπτικές μαντινάδες, ερωτικές, ευκαιριακές και φιλοσοφικές. Είτε ως φιλοσοφία, είτε εκφράζοντας παράπονο , η μαντινάδα επί αιώνες συνοδεύει τους Κρητικούς σε όλες τους τις στιγμές και στις εκδηλώσεις, στο σημείο που όσοι δεν είναι από την Κρήτη την θεωρούν αποκλειστικά κρητική ποιητική δημιουργία.
Ο Μπάλος είναι ένας παραδοσιακός χορός ελληνικής καταγωγής με πανάρχαια ελληνικά στοιχεία [1] κι ένας από τους πιο γνωστούς λαϊκούς νησιώτικους χορούς στην Ελλάδα. Η λέξη μπάλος προέρχεται από τα λατινικά όπου με την σειρά της είναι δανεισμένη από την ελληνική γλώσσα, προερχόμενη από το ελληνικό ρήμα βαλλίζω.[2][3]
Η μελωδία του μπάλου χαρακτηρίζεται ως γενικά χαρούμενη και λυρική το οποίο είναι χαρακτηριστικό της μουσικής των νησιών του Αιγαίου. Αυτός ο χορός χορεύεται συνήθως από ζευγάρια κι ενσωματώνει επίσης όλα τα στοιχεία του φλερτ.
Οι άνδρες παλιότερα δεν μπορούσαν να πλησιάσουν εύκολα τις γυναίκες και με τον μπάλο μπορούσαν να «φλερτάρουν» μαζί τους. Υπάρχουν διάφορες μορφές του μπάλου γύρω από τα νησιά. Η απλούστερη είναι εκείνη κατά την οποία ένα ζευγάρι περνά μέσα από μια σειρά από αυθόρμητες μορφές. Σε μιαν άλλη εκδοχή πολλά ζευγάρια χορεύουν ταυτόχρονα σαν μόνα τους επάνω στην πίστα. Μιαν άλλη εκδοχή είναι όταν εισάγεται κι ο Συρτός. Τέλος, στην πιο περίπλοκη μορφή του, όταν ένας αριθμός ζευγαριών κάνουν συγχρονισμένα διάφορες έντονες χορευτικές φιγούρες.
Ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια του μπάλου και στη Μικρά Ασία είναι το Τί σε μέλλει εσένανε ;
Νησιώτικα ή αλλιώς Νησιώτικος Χορός, είναι το είδος της μουσικής και όνομα της κατηγορίας των τραγουδιών και των χορών των Ελληνικών Νησιών, που παίζονται από ομογενείς και είναι διαδεδομένα σήμερα, μεσω της Ελληνικής Μουσικής, σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αυστραλία, την Αμερική και αλλού.
Το Αιγαίο έχει μια γνωστή παράδοση λαϊκών χορών, η οποία προέρχεται από τους χορούς της Αρχαίας Ελλάδας, όπως: ο συρτός, ο καλαματιανός, η σούστα, ο μπάλος, ο ικαριώτικος, ο πεντοζάλης και άλλοι. Τη νησιώτικη μουσική τη συναντούμε στα σημερινά τραγούδια. Η λύρα είναι το πιο γνωστό όργανο λαϊκής τέχνης στα νησιώτικα καθώς και άλλα, όπως το λαούτο, το βιολί, το μπουζούκι, η ασκομαντούρα με ελληνικά χαρακτηριστικά που ποικίλλουν.
Τα νησιώτικα συναντούνται στην παραδοσιακή μουσική σε πολλά μουσικά είδη χορών, κυρίως στα Νησιά του Αιγαίου, όπως στους Νησιώτικους Συρτούς, τη Λαϊκή Μουσική, τις Μαντινάδες, ενώ υπάρχουν και εξέχοντα στοιχεία του χορού, μέσω της Κρητικής μουσικής.
Το πεντοζάλι, ευρύτερα γνωστός και ως ο πεντοζάλης, είναι νησιώτικος, κρητικός χορός, διαδεδομένος σε ολόκληρη την Ελλάδα και κυρίως στην Κρήτη.
Ο πεντοζάλης χορεύεται από άνδρες και γυναίκες με μέτρο τα 2/4. Συνοδεύεται από πλήθος μελωδιών, τα γνωστά πεντοζάλια. Ονομάστηκε πεντοζάλι γιατί συμβολίζει το πέμπτο ζάλο (δηλαδή βήμα), όπως ειπώθηκε η θεωρούμενη πέμπτη κατά σειρά ελπίδα των Κρητικών για απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους και όχι γιατί έχει πέντε βήματα, όπως λανθασμένα έχουν πει αρκετοί. Έχει δέκα βήματα, σε ανάμνηση της 10ης Οκτωβρίου του 1769, όπου και χορεύεται για πρώτη φορά στην Ανώπολη Σφακιών, οπότε λήφθηκε η απόφαση των Σφακιανών για την πραγματοποίηση της επανάστασης, και η μουσική του αποτελείται από δώδεκα μουσικές φράσεις (γυρίσματα ή σκοπούς) – ένα από αυτά είναι και αυτό που παραθέτουμε εμείς – προς τιμήν των δώδεκα πρωτεργατών της εξέγερσης. Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι κάτοικοι των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου όταν χόρευαν το πεντοζάλι, στο άκουσμα κάθε σκοπού της μουσικής του χορού, φώναζαν το όνομα του καπετάνιου που αντιστοιχούσε ο μουσικός σκοπός, τιμώντας έτσι τη μνήμη του Δασκαλογιάννη των βασικών συνεργατών του και της εξέγερσής των.
Είναι καθαρά πολεμικός χορός και δηλώνει τον ξεσηκωμό, τη λεβεντιά, τον ηρωισμό και την ελπίδα. Αναφορές για την καταγωγή του χορού, γίνονται στους Μινωικούς Χορούς και τους Κουρήτες, οι οποίοι χορεύαν στα ίδια βήματα του σημερινού χορού με την Αρχαία Πυρρίχη, ενός ένοπλου χορού ανδρών και ιδίως της Αρχαίας Δωρικής πολιτείας. Ο Πυρρίχιος, ως δωρικός, πολεμικός χορός, χορευόταν και στην Αθήνα και στη Σπάρτη. Με το χρόνο διατηρήθηκε και διαμορφώθηκε ως «πεντοζάλης» και είναι ο χορός που χορεύεται τώρα στην Κρήτη.
Ο χορός αποτελείται από την εισαγωγή και τα ήρεμα βασικά βήματα. Ο Σιγανός χορεύεται, πολλές φορές με τη συνοδεία μαντινάδων, με αργά βήματα είτε προς τη φορά, είτε προς το κέντρο του κύκλου και στη συνέχεια καθώς ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος, τα βήματα γίνονται κι αυτά πιο γρήγορα και πηδηχτά. Οι χορευτές αρχίζουν άλλοτε με το αριστερό πόδι και άλλοτε με το δεξί. Οι κινήσεις του χορού είναι 10, από τις οποίες οι 8 είναι καθαρά βήματα και 2 κινήσεις των ποδιών στο κενό. Το μαύρο κρουσάτο μαντήλι που φορά στο κεφάλι ο χορευτής μαρτυρά τις θυσίες και τη γενναιότητα του κρητικού λαού.
Σούστα είναι το όνομα ενός πανάρχαιου χορού της Κρήτης, που χορεύεται επίσης σε όλη την Ελλάδα και μερικές φορές και στα Βαλκάνια. Η προέλευση του σούστας προέρχεται από τον αρχαίο χορό Πυρρίχιο, πολεμικό χορό της Κρήτης. Η μουσική της σούστας γενικά παίζεται με μια λύρα (κρητική ή ποντιακή), βιολί, λαούτο, μαντολίνο και ασκομανδούρα. Oι μουσικές μελωδίες, που συνοδεύουν τη σούστα διατηρούν τον Πυρρίχιο ζωηρό χαρακτήρα αφού έχει τις ρίζες της κι αυτή στον αρχαιότερο πολεμικό χορό της Κρήτης.[1]
Το μουσικό μέτρο του χορού, είναι 2/4 και τα βήματά του 6. Άνδρες και γυναίκες, με λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων, αφού χορέψουν έναν κύκλο χωρίζονται σε δύο ομάδες (ανδρών και γυναικών), η μία απέναντι από την άλλη, φροντίζοντας να βρεθούν αντικριστά οι χορευτές που θα αποτελέσουν ζευγάρι. Στη σούστα εντοπίζονται αρκετά στοιχεία ερωτισμού, ενώ ο χορός εκτελείται από τα ζευγάρια ανδρών και γυναικών που χορεύουν αντίθετα. Μιαν άλλη μορφή είναι, όταν όλοι οι χορευτές σε μια σειρά ακολουθούν τον πρώτο χορευτή ο οποίος κινείται σε πολύπλοκα σχήματα.
Σχεδόν κάθε νησί του Αιγαίου έχει κι από έναν χορό σούστας.
Ο συρτός είναι ένας παραδοσιακός ελληνικός χορός που η προέλευσή του τον ανάγει στην αρχαία Ελλάδα. Το όνομα του χορού προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη “σύρω” (τον χορό)[1].
Ο χορός μνημονεύεται στην Επιγραφή του Επαμεινώνδα (στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ.), που βρέθηκε στη Βοιωτία και αναφέρει: “Τὰς δὲ πατρίους πομπὰς μεγάλας καὶ τὴν τῶν συρτῶν πάτριον ὄρχησιν θεοσεβῶς ἐπετέλεσεν”, δηλαδή “με θεοσέβεια τέλεσε τις μεγάλες εθνικές πομπές και την εθνική όρχηση του συρτού”.
Ο Συρτός χορεύεται σήμερα σε όλη την Ελλάδα και είναι διαδεδομένος σε πολλές χώρες.
