Na Zisi i Nifi ki o Gampros-Po po po maria s agapo-milo mu kokino-O lelele
Greek Translation:
Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι ως λογοτεχνικό είδος αντλεί το υλικό του από την προφορική λογοτεχνική παράδοση, δηλαδή αυτήν που αναπτύσσεται από την ανάγκη που έχει κάθε άτομο και γενικότερα κάθε λαός να εκφράσει τα συναισθηματικά του και ψυχικά φορτία, τα ιδανικά του, τους πόνους και τις χαρές του, ακόμη τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του μέσα στην ευκολομνημόνευτη ποίηση.
Δημοτική ποίηση έχουν αναπτύξει σχεδόν όλοι οι λαοί. Στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο των Βαλκανίων η δημοτική ποίηση είναι ιδιαίτερα έντονη ακριβώς λόγω των πολλών ιστορικών εξελίξεων που συνέβησαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η οποία και συνδέεται με τις όψεις της κοινωνικής δραστηριότητας κάθε εποχής, ή -στην περίπτωση των επικών κλέφτικων- με την πρακτική της κοινωνικής αντίδρασης, ατομικής ή συλλογικής, στον εκάστοτε εξουσιαστικό φορέα. Κατόπιν συνδέθηκε στενά με την πρακτική της εθνογένεσης, υπό την επίδραση της ρομαντικής ιδεολογίας του volksgeist.
Καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της προφορικής λογοτεχνίας αποτελεί αναμφισβήτητα η σύνδεσή της με προγενέστερα είδη. Η συνεχής αναδημιουργία και μετάλλαξη αποκαλύπτεται κυρίως με όσα απορρόφησε το συγκεκριμένο είδος κατά την πορεία του μέσα στον χρόνο. Η αφομοίωση ξένων στοιχείων σχετίζεται με διαφορετικούς τρόπους ζωής, σύμφωνα με τους οποίους νέα γεγονότα καθορίζουν και επιβάλλουν τις διαδικασίες επιλογής των απορροφούμενων στοιχείων. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία εκσυγχρονισμού είχε ως αποτέλεσμα τον βαθμιαίο εκτοπισμό αυθεντικών παραδοσιακών στοιχείων.
Ως παράδοση ή θρύλος αναφέρεται η μυθική (προφορική) αφήγηση, άμεσα συνδεδεμένη με δεδομένο τόπο, χρόνο και πρόσωπα. Οι φανταστικές επινοήσεις αλληλοσυμπλέκονται με ιστορικά ή πρωτοϊστορικά στοιχεία της προφορικής παράδοσης και το ακροατήριο τις αποδέχεται συνήθως ως αληθινές. Το αποτέλεσμα της συνδυαστικής εκφοράς του λόγου είναι η συναισθηματική φόρτιση όχι μόνο του υποκειμένου που δρα αλλά και του ακροατηρίου. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ο υποβλητικός χαρακτήρας της αφήγησης και η πίστη στο περιεχόμενό της. Οι αναφορές σε ορισμένο τόπο, χρόνο και πρόσωπο αποτελούν το ρεαλιστικό χαρακτήρα της παράδοσης, όπως συμβαίνει άλλωστε και στο δημοτικό τραγούδι. Ο γεωγραφικός χώρος, οι περιγραφές από την καθημερινότητα της κοινοτικής ζωής ή χρηστικά αντικείμενα, όπως η βρύση, ο μύλος, ο βράχος, το γεφύρι, η στάμνα, το δακτυλίδι, ή η βέρα, το μαντήλι, κ.α «αποδεικνύουν» την εγκυρότητα του συμβάντος που περιγράφεται. Στα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια διακρίνουμε στοιχεία που σχετίζονται με την κοινωνική, θρησκευτική και υλική ζωή των Ελλήνων.
Εξίσου κοινό σημείο της παράδοσης και του δημοτικού τραγουδιού είναι η αναγωγή της αφετηρίας τους σε βαθύτερες ρίζες. Έτσι τα θέματα και τα μοτίβα των δημοτικών τραγουδιών, όπως και της παράδοσης, πέρασαν στα νεότερα σημερινά τραγούδια.
Κοινοί είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων και οι λόγοι που οδηγούν στη δημιουργία των τραγουδιών και της λαϊκής παράδοσης. Τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο και καθαρά ψυχολογικές δομές στην ατομική και τη συλλογική λειτουργία, είναι ικανές να προκαλέσουν την αυθόρμητη λυρική δημιουργία. Το δημοτικό τραγούδι, με την έννοια της απρόσωπης ποιητικής και μουσικής δημιουργίας, αντιστοιχεί στο κοινωνικό στρώμα της πατριάς. Στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, σε μια ομάδα που χαρακτηρίζεται από την κλειστή αγροτική οικονομία, υπάρχει ο τραγουδιστής, ο άνθρωπος που φτιάχνει το τραγούδι, χωρίς ωστόσο να έχει τη συνείδηση δημιουργού.
Η συλλογικότητα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα και των δύο ανωτέρω ειδών της προφορικής λογοτεχνίας. Κατά τη δημιουργία των παραδόσεων, όπως και των δημοτικών τραγουδιών, ο δημιουργός συνθέτει αυτό που αργότερα μετουσιώνεται σε πνευματικό προϊόν της κοινότητας. Καθώς το τραγούδι μοιράζεται, στην πραγματικότητα μεταβάλλεται σε συνθετικό έργο ολόκληρων γενεών. Η ομήγυρη και η κοινωνική πραγματικότητα αναπλάθει και αναπροσαρμόζει την παράδοση, όπως άλλωστε και ο καθένας που τραγουδάει το τραγούδι και το αλλάζει, είτε γιατί δεν το θυμάται, είτε γιατί το προσαρμόζει στη δική του ψυχική ιδιοσυγκρασία, εξ ου και οι διάφορες παρατηρούμενες παραλλαγές.
Τα φανταστικά και καθ’ υπερβολήν στοιχεία που παρουσιάζουν και τα δύο είδη καταλήγουν σε υποβλητικό αφηγηματικό χαρακτήρα και ενδυναμώνουν την πίστη στο περιεχόμενό τους. Στο σημείο αυτό αξιοσημείωτη διαφορά εντοπίζεται στην αδυναμία των προσώπων της παράδοσης κατά τις αναμετρήσεις τους με το υπερφυσικό στοιχείο και την παθητική υποταγή τους. Διαφορετικός εμφανίζεται ο κεντρικός χαρακτήρας τόσο των ακριτικών τραγουδιών, όσο και των κλέφτικων που δε γνωρίζει και δεν επιθυμεί συμβιβασμούς στη δράση του.
«Πλην της αρχαίας απλότητας και λιτότητας, παρατηρούμεν και ακραφνές νεωτερικόν πάθος και σθένος ακαταδάμαστον εις τα δημοτικά τραγούδια, όπου η γλώσσα είναι έμπνεως ορμής προς απόσεισιν του ξενικού ζυγού και αδιαλλάκτου μίσους προς τους απίστους μουσουλμάνους. Τα κλέφτικα τραγούδια νομίζεις πως είναι χείμαρροι αφρισμένοι, εκρέοντες όχι από ανθρώπινα χείλη, αλλ΄από τους βράχους της Οίτης και του Ολύμπου». Καρλ Μέντελσον Μπαρτόλντι
Ιστορικές συνάφειες
Ο κορυφαίος Γερμανός στοχαστής και συγγραφέας Γκαίτε που εκτιμούσε ιδιαίτερα το ελληνικό δημοτικό τραγούδι και εμπνεύστηκε και απ΄ αυτό
Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται όπως και δεν έπαψαν οι Έλληνες να γλεντούν, να παντρεύονται ή να μοιρολογούν τα προσφιλή τους πρόσωπα. Η δημοτική ποίηση εμφανίζεται με την ίδια κοινωνική συμπτωματολογία της ανώνυμης ποίησης που ανιχνεύουμε στην αρχαιότητα. Το δημοτικό τραγούδι συνεχίζει αδιάλειπτα να αποτελεί τον εκπολιτιστικό καρπό μιας κοινωνίας που χαρακτηριζόταν από την πατριαρχική της οργάνωση και την κλειστή αγροτική οικονομία της.
Ο βασικός πυρήνας των δημοτικών τραγουδιών περιλαμβάνει στοιχεία κυρίως μη αφηγηματικά, στα οποία κυριαρχεί το συναίσθημα και οι άμεσες αναφορές στην καθημερινή ζωή, τις χαρές τις λύπες του λαού που τα δημιουργεί και τα χρησιμοποιεί. Τόσο στον κύκλο της ζωής (νανουρίσματα, ταχταρίσματα, μοιρολόγια, γάμου, ξενιτιάς) όσο και στον κύκλο του χρόνου (κάλαντα, αποκριάτικα) τα δημοτικά τραγούδια είναι αλληλένδετα με τα σχετικά έθιμα.
Από τις ανωτέρω κατηγορίες, βάσει της ταξινόμησης των ελληνικών τραγουδιών που επιχειρεί ο Νικόλαος Πολίτης, ξεχωρίζουν για τη σύνδεσή τους με την ιστορία και την αφηγηματικότητά τους τα επικά τραγούδια. Στα επικά ανήκουν τα «ακριτικά», τα παλαιότερα δημιουργήματα της δημοτικής ποίησης του Πόντου και της Καππαδοκίας, που αφηγούνται τις δοκιμασίες των ακριτών της βυζαντινής περιόδου, αλλά αντλούν το υλικό τους από την αρχαιότερη παράδοση της ευρύτερης ιρανοαφγανικής επικράτειας και τις επικές αφηγήσεις των πεχλιβά(νηδων) ακριτών της επαρχίας του Σεϊστάν.
Από την ίδια κατηγορία των επικών προβάλλουν τα «κλέφτικα», που τραγουδούν την αγωνία του Ελληνισμού στα χρόνια της σκλαβιάς και τα «ιστορικά», που παραθέτουν ιστορικά γεγονότα, αλώσεις πόλεων, μάχες, πολιορκίες και γενναίες πράξεις αγωνιστών. Ορισμένα από τα «ιστορικά» τραγούδια αναφέρονται και σε γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, της περιόδου 1881-1913, της μικρασιατικής καταστροφής, του β’ παγκόσμιου πόλεμου και του εμφυλίου.
Είναι γεγονός ότι μετά την οθωμανική κατάκτηση οι Έλληνες υπόδουλοι, ευρισκόμενοι ως κοινωνική ομάδα στο περιθώριο ενός αρνητικού απέναντί τους κράτους, του οθωμανικού, στήριξαν την ομαδική τους λειτουργία στην παράδοσή τους.Το δημοτικό τραγούδι, εξελισσόμενο παρακολουθούσε την ιστορική πορεία του Ελληνισμού, εκφράζοντας τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, αντανακλώντας τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, σχολιάζοντας τα γεγονότα. Στο πλαίσιο αυτό, ο λαογράφος Σπυρίδων Ζαμπέλιος θεωρούσε ότι τα δημοτικά τραγούδια γεννήθηκαν μόλις χάθηκε η πολιτική ελευθερία και σκοπός τους ήταν να διαμηνύουν την ανάκτησή της. Τα τραγούδια, ο λαϊκός στίχος, οι κλέφτες «περί την αυτήν, ως έγγιστα, εποχήν θέλουσι αποσυρθεί της σκηνής, ήγουν τότε, ότε σύμπαν πολιτικώς το γένος αποκατασταθήσεται»
Τα λόγια αυτά, εκτός από την οριοθέτηση της πορείας των δημοτικών τραγουδιών, υποδηλώνουν την εθνική σκοπιμότητα που παρεισέφρυσε στη μελέτη και χρήση τους, μια τάση που κυριάρχησε και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ειδικότερα στον ελληνικό χώρο, το δημοτικό τραγούδι με την ποιητική αρετή του, ως ανάγκη πολιτιστικής φυσιογνωμίας, ως ζήτημα επιβίωσης, χρησιμοποιήθηκε αντισταθμιστικά ως προς τις θεωρίες του Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ, λειτούργησε ως αποδεικτική ζεύξη της ιστορικής συνέχειας του έθνους ανά τους αιώνες και ιδιαίτερα από το αποκαλούμενο ένδοξο ηρωικό παρελθόν της αρχαιότητας.
Ανακαλύπτοντας τη λαϊκή ποίηση, οι μελετητές και οι συλλογείς των δημοτικών τραγουδιών, απέκτησαν εθνική αυτοπεποίθηση και οδηγήθηκαν, καθώς φαίνεται, σε υπερβολές. Παραβλέποντας την αυστηρά οργανωμένη, μονότονα επαναλαμβανόμενη μορφή του δημοτικού τραγουδιού, όπως άλλωστε κάθε προφορικής λογοτεχνίας, προχώρησαν στην τροποποίησή του. Στα βήματα του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, ο θεμελιωτής της επιστήμης της λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης, αλλά και ο μαθητής του Στίλπων Κυριακίδης αναδημοσίευαν νοθευμένα δημοτικά τραγούδια παράγοντας εξιδανικεύσεις και ιδεολογήματα περί ηρωικής επανάστασης και εθνικής παλιγγενεσίας.
Τα δημοτικά τραγούδια στο πέρασμα του χρόνου υπέστησαν αρκετές αλλοιώσεις και σώζονται σε πολλές παραλλαγές. Πολλά παλιά δημοτικά τραγούδια που συγκεντρώθηκαν και ταξινομήθηκαν τον 19ο αι. έως τις αρχές του 20ού αι., ακόμη και τη στιγμή της καταγραφής τους από τους Έλληνες και ξένους μελετητές και λαογράφους, είτε καταγράφτηκαν σε κάποια ήδη υπάρχουσα παραλλαγή, είτε υπέστησαν παραποιήσεις και γλωσσικές αλλοιώσεις κατά την καταγραφή, αλλοιώσεις που υπαγορεύτηκαν από τις επικρατούσες απόψεις των λογίων της εποχής και τις προσωπικές γλωσσικές επιλογές των καταγραφέων.
Επιπλέον, είναι διαπιστωμένο ότι τα ακόμη «νωπά» δημοφιλή κλέφτικα και ιστορικά τραγούδια της επανάστασης, περιβεβλημένα με τους θρύλους και τα κατορθώματα της κλεφτουριάς και του αγώνα, υπέστησαν με τη διάδοσή τους τα αμέσως μετέπειτα χρόνια πολλές τροποποιήσεις και παραλλαγές στο στόμα του λαού. Και αυτό συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, εποχή που σύμφωνα με τους μελετητές αποτελεί ορόσημο για τον κύκλο του (αυθεντικού) δημοτικού τραγουδιού. Φαίνεται πως το ποιητικό περιεχόμενο μετουσιώνεται σε ιδεολόγημα, καθώς προσαρτώνται στην ιστορική διαδρομή ένδοξα κατορθώματα. Σε αυτά τα κατορθώματα οι αρματολοί δεν έχουν θέση, ενώ οι κλέφτες, διακριτό παράδειγμα προεπαναστατικής ένοπλης αντίστασης, έγιναν «πολέμιοι των Μουσουλμάνων και προστάτες των Χριστιανών. Ταυτόχρονα, αποσιωπήθηκε η αλληλεπίδραση της ελληνικής και τουρκικής μουσικής.
Στο επιστημονικό έργο της λαογραφίας προστέθηκαν αργότερα οι μουσικές καταγραφές τραγουδιών. Οι πρώτοι λαογράφοι περιορίζονταν στα κείμενα. Ο Νικόλαος Πολίτης δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με με την μουσική καταγραφή, αλλά την περιέλαβε στο διάγραμμα της λαογραφικής ύλης του. Το 1930, ωστόσο, σημειώθηκε σημαντική μεταβολή στη μελέτη της μουσικής του δημοτικού τραγουδιού και άρχισαν να γίνονται οι πρώτες συστηματικές μουσικολογικές παρατηρήσεις. Μεταγενέστεροι λαογράφοι εξέτασαν τους δρόμους των τραγουδιών, με συνέπεια να αποδειχθεί η μη καλλιτεχνική αυτονομία, όπως άλλωστε συμβαίνει σε οποιαδήποτε εκδήλωση λαϊκής τέχνης. Καθώς η παραδοσιακή μουσική δεν συνιστά ένα ερμητικά κλειστό σύστημα, μέσω των δρόμων του εμπορίου ταξίδευε ως πολιτισμικό προϊόν και υιοθετείτο σε άλλες επικράτειες καθιστώντας δυσδιάκριτο πλέον τον τόπο παραγωγής του.
Το δημοτικό τραγούδι εκφράζεται με ποιητική και μουσική αρτιότητα ανώνυμης διεργασίας, προφορικής λαϊκής παράδοσης και αυτοσχεδιαστικής αρχής. Η δημοτική μουσική είναι καταρχήν τροπική, ώστε να μην επιτρέπει στο μη μυημένο να συλλάβει τις καθοριστικές ιδιαιτερότητές της διαβάζοντας απλώς μια μελωδία στο πεντάγραμμο. Αυτός που θα προσπαθήσει να συνοδέψει μια μελωδία θα διαπιστώσει ότι η λογική του τρόπου είναι πιο περιοριστική από αυτήν της κλίμακας. Επιπλέον, δεν ακολουθεί το συγκερασμό και είναι προσαρμοσμένη στις φυσικές κλίμακες και στη γνωστή διαφορετικότητα των μουσικών διαστημάτων. Ως προς τον τρόπο εκτέλεσης και μελωδικής σύστασης τα δημοτικά τραγούδια είναι μονοφωνικά. Έχουν ως βάση μια μελωδία και τραγουδιούνται από έναν ή ομάδες τραγουδιστών και οργανοπαιχτών.
Εξαίρεση αποτελεί η πολυφωνία σε ορισμένα τραγούδια της Ηπείρου14, που καλλιεργεί την εντύπωση χορωδιακού τραγουδιού. Δεδομένου ότι η πολυφωνική μουσική θεωρείται εξέλιξη της μονοφωνικής, διατυπώνονται διάφορες απόψεις. Ο Φοίβος Ανωγειανάκης πιστεύει ότι ο εκσυγχρονισμός της λαϊκής μουσικής έφερε τις συγκερασμένες κλίμακες και την πολυφωνική τεχνική, που γενικεύεται βαθμιαία, ενώ παλαιότερα τη συναντούμε μόνο στην καντάδα.
Ως ζωντανά είδη της προφορικότητας οι παραδόσεις και τα δημοτικά τραγούδια συνδέονται άμεσα με τα ιστορικά γεγονότα και με τη συμπεριφορά των μελών της κοινότητας. Από την παρακολούθηση της πορείας του δημοτικού τραγουδιού συμπεραίνεται ότι ως ξεχωριστή κατηγορία τα επικά τραγούδια είναι αυτά που δημιουργήθηκαν βάσει ιστορικών γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στον ελλαδικό χώρο της οθωμανικής επικράτειας, σε ορισμένο χρόνο και περιοχή, αντίθετα από τις άλλες κατηγορίες που έχουν ως αφορμές δημιουργίας τον έρωτα, τη γέννηση του παιδιού, το θάνατο, τη ξενιτιά, και τις οποίες μπορούμε να θεωρήσουμε παγκόσμιες.
Η τάση αναζήτησης και καταγραφής των εκφραστικών δημιουργιών του αγροτικού κόσμου κατά τον 19ο αιώνα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ανάπτυξη των πολιτικών και πνευματικών ρευμάτων του εθνικισμού και του ρομαντισμού αντίστοιχα. Με το κλέφτικο τραγούδι ενισχυόταν το ιδεολόγημα της διαρκούς αντίστασης στην καταπίεση που ασκούσαν όλοι οι πιθανοί φορείς τοπικής και συλλογικής εξουσίας, όπως συνέβαινε με όλα τα είδη σχεδόν επικού τραγουδιού στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.
English Translation:
The Greek folk song as a literary genre derives its material from the oral literary tradition, i.e. the one that develops from the need of every individual and in general every people to express their emotional and mental burdens, their ideals, pains and joys his, even his impressions and thoughts in easy-to-remember poetry.
Folk poetry has been developed by almost all peoples. In the wider geopolitical space of the Balkans, folk poetry is particularly intense precisely because of the many historical developments that have occurred from antiquity to the present day, which is connected to the aspects of social activity of each era, or – in the case of the epic thieves – to the practice of social reaction, individual or collective, to the respective authority. It then became closely associated with the practice of ethnogenesis, under the influence of the romantic ideology of the volksgeist.
A determining factor in shaping the character of oral literature is undoubtedly its connection with earlier genres. The constant re-creation and mutation is revealed mainly by what the specific species absorbed during its course through time. The assimilation of foreign elements is related to different ways of life, according to which new events determine and impose the selection processes of the absorbed elements. However, this modernization process resulted in the gradual displacement of authentic traditional elements.
Tradition or legend refers to the mythical (oral) narrative, directly connected to a given place, time and persons. Fictional concoctions are intertwined with historical or protohistoric elements of oral tradition, and the audience usually accepts them as true. The result of the combined utterance of the speech is the emotional charge not only of the acting subject but also of the audience. In this way, the evocative character of the narrative and the belief in its content are achieved. The references to a certain place, time and person constitute the realistic character of the tradition, as is also the case in the folk song. Geographical space, descriptions of everyday community life or utilitarian objects, such as the faucet, the mill, the rock, the bridge, the pitcher, the ring, or the wedding ring, the handkerchief, etc. “prove” the validity of the event described. In traditional folk songs we distinguish elements related to the social, religious and material life of the Greeks.
An equally common point of tradition and folk song is the reduction of their starting point to deeper roots. Thus the themes and motifs of the folk songs, as well as the tradition, passed into the newer songs of today.
Common are in most cases the reasons that lead to the creation of the songs and folk tradition. Both historical events and purely psychological structures in individual and collective functioning are capable of evoking spontaneous lyrical creation. Folk song, in the sense of impersonal poetic and musical creation, corresponds to the social stratum of the homeland. In the social division of labor, in a group characterized by the closed agricultural economy, there is the singer, the man who makes the song, without, however, having the consciousness of a creator.
Collectiveness is a characteristic feature of both of the above types of oral literature. In the creation of traditions, like folk songs, the creator composes what is later transformed into the intellectual product of the community. As the song is shared, it actually turns into the compositional work of entire generations. The omigyri and social reality recreates and adapts the tradition, just like everyone who sings the song and changes it, either because they don’t remember it, or because they adapt it to their own mental temperament, hence the various observed variations.
The fantastical and exaggerated elements presented by both genres result in an evocative narrative character and strengthen belief in their content. At this point, a remarkable difference is found in the weakness of the figures of the tradition during their confrontations with the supernatural element and their passive submission. The central character of both the critical songs and the thieves appears different, he does not know and does not want to compromise in his action.
“In addition to the ancient simplicity and austerity, we can also observe a sharp modern passion and indomitable vigor in the folk songs, where the language is inspired by the urge to break the foreign yoke and unyielding hatred towards the infidel Muslims. You think the stolen songs are foaming torrents, flowing not from human lips, but from the rocks of Oita and Olympus”. Karl Mendelssohn Bartholdi
Historical connections
The leading German thinker and writer Goethe who highly valued Greek folk song and was inspired by it as well
The Greek folk song never ceased to exist, just as the Greeks never stopped celebrating, getting married or mourning their loved ones. Folk poetry appears with the same social symptomatology of anonymous poetry that we trace in antiquity. The folk song continues uninterruptedly to constitute the cultural fruit of a society characterized by its patriarchal organization and its closed agricultural economy.
The basic core of folk songs includes mainly non-narrative elements, dominated by emotion and direct references to everyday life, the joys and sorrows of the people who create and use them. Both in the cycle of life (lullabies, lullabies, obituaries, wedding, homecoming) and in the cycle of time (carols, carnivals) folk songs are intertwined with the relevant customs.
From the above categories, based on the classification of Greek songs attempted by Nikolaos Politis, the epic songs stand out for their connection with history and their narrative quality. The epics include the “akritika”, the oldest creations of the folk poetry of Pontus and Cappadocia, which narrate the trials of the akritas of the Byzantine period, but draw their material from the most ancient tradition of the wider Irano-Afghan territory and the epic narratives of the pehlivas ( nedon) of akrites of the province of Seistan.
From the same category of epics are the “kleftikas”, which sing of the agony of Hellenism during the years of slavery, and the “historical”, which cite historical events, city raids, battles, sieges and brave acts of fighters. Some of the “historical” songs also refer to events in recent Greek history, the period 1881-1913, the Asia Minor disaster, the Second World War and the civil war.
It is a fact that after the Ottoman conquest, the Greek slaves, finding themselves as a social group on the margins of a state negative towards them, the Ottoman one, based their group function on their tradition. The folk song, evolving, followed the historical course of Hellenism, expressing the particularities of Greek society, reflecting the current conditions, commenting on the events. In this context, the folklorist Spyridon Zampelios considered that folk songs were born as soon as political freedom was lost and their purpose was to proclaim its recovery. The songs, the folk verse, the thieves “about her, as the last time, they will withdraw from the stage, they sang then, when the universal political race is restored”
These words, apart from demarcating the course of folk songs, indicate the national expediency that intruded into their study and use, a tendency which also prevailed in many other European countries. Particularly in the Greek area, the folk song with its poetic virtue, as a need of cultural physiognomy, as a matter of survival, was used compensatingly in terms of the theories of Jacob Philipp Falmerauer, it functioned as an evidentiary link of the historical continuity of the nation throughout the centuries and especially from called the glorious heroic past of antiquity.
Discovering folk poetry, the scholars and collectors of folk songs acquired a national self-confidence and were driven, as it seems, to excesses. Disregarding the strictly organized, monotonously repetitive form of the folk song, as indeed of all oral literature, they proceeded to modify it. In the footsteps of Spyridonos Zampeliou, the founder of the science of folklore, Nikolaos Politis, as well as his student Stilpon Kyriakidis, republished falsified folk songs, producing idealizations and ideologies about heroic revolution and national renaissance.
Over time, folk songs have undergone several alterations and are preserved in many variations. Many old folk songs collected and classified in the 19th c. until the beginning of the 20th century, even at the time of their recording by Greek and foreign scholars and folklorists, they were either recorded in some already existing variant, or suffered falsifications and linguistic alterations during the recording, alterations dictated by the prevailing views of scholars of the time and the recorders’ personal language choices.
In addition, it is established that the still “fresh” popular thieves’ and historical songs of the revolution, surrounded by the legends and exploits of the thieves and the struggle, underwent many modifications and variations in the mouth of the people during their dissemination in the immediately following years. And this continued until the end of the 19th century, a time that according to scholars is a milestone for the cycle of (authentic) folk song. It seems that the poetic content is transformed into an ideology, as glorious feats are attached to the historical path. In these feats the charioteers have no place, while the thieves, a distinct example of pre-revolutionary armed resistance, became “warriors of the Muslims and protectors of the Christians. At the same time, the interaction of Greek and Turkish music was silenced.
Musical recordings of songs were later added to the scientific work of folklore. The first folklorists were limited to texts. Nikolaos Politis did not deal with music recording himself, but included it in his chart of folklore material. In 1930, however, there was a significant change in the study of folk song music and the first systematic musicological observations began to be made. Later folklorists examined the ways of the songs, with the consequence of proving the non-artistic autonomy, as it happens in any manifestation of folk art. As traditional music does not constitute a hermetically closed system, through trade routes it traveled as a cultural product and was adopted in other territories, making its place of production indiscernible.
The folk song is expressed with poetic and musical perfection of anonymous process, oral folk tradition and improvisation principle. Folk music is primarily modal, so that it does not allow the uninitiated to grasp its defining characteristics simply by reading a melody on the staff. One who tries to accompany a melody will find that the logic of the mode is more restrictive than that of the scale. In addition, it does not follow convention and is adapted to natural scales and the known diversity of musical intervals. In terms of performance and melodic composition, folk songs are monophonic. They are based on a melody and are sung by one or groups of singers and instrumentalists.
An exception is the polyphony in some songs of Epirus14, which cultivates the impression of a choral song. Since polyphonic music is considered a development of monophonic music, various opinions are expressed. Foivos Anogianakis believes that the modernization of popular music brought the mixed scales and the polyphonic technique, which is gradually becoming general, whereas previously we only found it in the cantada.
As living genres of orality, traditions and folk songs are directly linked to historical events and to the behavior of community members. From monitoring the progress of the folk song, it is concluded that as a separate category epic songs are those created based on historical events that unfolded in the Greek area of the Ottoman territory, in a certain time and region, contrary to the other categories that have love as the reason for their creation , the birth of the child, death, alienation, and which we can consider universal.
The tendency to search for and record the expressive creations of the rural world during the 19th century cannot be dissociated from the development of the political and intellectual currents of nationalism and romanticism respectively. With the thief’s song, the ideology of constant resistance to the oppression exerted by all the potential bodies of local and collective power was reinforced, as was the case with all kinds of quasi-epic songs in the wider Balkan area.
