Erotokritos (Instrumental) Nikos Ksiluris (1976)
Greek Translation:
Στίχοι: Βιτσέντζος Κορνάρος
Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
Λέγει τση: “Το με `ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα
πού το `βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ’ αφήκα.
Είναι δυο μήνες σήμερο που `λαχα κάποια δάση,
εις τη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι
άγρια θεριά ν εμάλωσα κι εσκότωσα απ’ εκείνα
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν.
Με κίνδυνο εγλύτωσα οσώραν επολέμου
να γλυτωθώ απο λόγου τους δεν το’ λπιζα ποτέ μου
μα εβούθηξε το ριζικό τ’ αστρί με λυπηθήκα(ν)
και σκότωσα και ζύγωσα και αλάβωτο μ’ αφήκαν.
Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο
γυρεύοντας να βρω δροσιά εσώθε σ’ ένα πρίνο
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα,
σιμώνω βρίσκω το νερό εις του χαρακιού την τρύπα.
Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα,
μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν.
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσματ’ αρρωστάρη.
Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει
και μπαίνω μέσα στα δεντρά που `ταν κοντά ειςτη βρύση,
δια να δω και για να βρω το νέο αυτό όπου μύσσει.
Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που `λαμπε σαν τον ήλιο
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπροστά εις ένα σπήλιο.
Σγουρά ξανθά `χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του
παρ’ όλο οπού `τα σαν νεκρός, ήδειχνεγιε η μορφιά του.
Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα
και το σπαθί και τ’ άρματα όλα ησαν ματωμένα.
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: “Αδέλφι γεια σου.
Ίντα `χεις κι απονέκρωσες, πούντη λαβωματιά σου;”
Τα μάτια του `χε σφαλιχτά, τότε τ’ αναντρανίζει
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει.
Με το δακτύλι δυο φορές μου δείχνει να νοήσω
που ειχε την λαβωματιά να τον εβοηθήσω.
Το στήθος του ξαρμάτωσα και μια πληγή του βρίσκω
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.
Ολίγο του από βοτσί τον είχε δαγκαμέν
φαίνεται να χε το θεριό δόντι φαρμακεμένο
Και πήρεν του τη δύναμη και την πνοήν του εχάσε
και το φαρμάκι πέρασε και μέσα τον επιάσε.
Κι αγάλι αγάλια `χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει,
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη.
Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου,
μα πόνοι, δάκρυα, κλάηματα άνθρωπο δε γλιτώνου.
Εψυχομάχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω,
εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω.
Δείχνει μου το δαχτύλι ν του που χε το δαχτυλίδι
και γνώρισα σαν χάρισμα σαν φίλος μου το δίνει.
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ’ αυτιά μου ακούσα(ν)
και είπανε τα χείλη του: “Σε `χασα Αρετούσα”.
Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ’ η ζωή του
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του.
Τουτα τα χέρια που θωρείς λάκκο σιμιό του σκάψα(ν)
και τούτα τον εσήκωσαν και τουτα τον εθάψαν.
Ως τ’ άκουσεν η Αρετή ώρα λιγάκι εστάθη
αμίλητη και ο πόνος της την έκαμε και εχάθη.
English Translation:
Lyrics: Vicenzos Kornaros
Music: Christodoulos Halaris
How Retokritos entered the prison and it begins
to talk to her and tenderly comfort her.
She says: “You asked me, I’ll tell you, old lady
where did I find the gift in prison I left you.
It’s been two months now that I’ve been missing some woods,
on the side of Egripos and they came out to kill me
wild summers I fought and killed by them
and from my hands all things are now dead.
With peril I swallowed up the sora of war
to escape their word, I never regretted it
but he soaked the root star with me I was sad
and I killed and weighed and they left me unharmed.
I was very thirsty in that war
looking to find coolness in a privet
and by the way it appeared to me a small knock,
simon I find the water in the hole of the woodpecker.
I drank it and was refreshed and quenched my thirst,
but then I didn’t miss cigars and other sufferings.
I sat down to rest on the couch
Onde Groiko sigh and mysmat’ sick.
And hastily I get up, my dizziness is studying
to see who is in pain and sighing heavily
and I go into the trees that were near the fountain,
in order to see and to find the new one where it starts.
I find a neon beauty plume that shines like the sun
and there he was, completely covered in blood, in front of a cave.
He has curly blond hair and his hair
in spite of all that he looked like a dead man, his beauty was visible.
And two theria at his side were slain
and the sword and the chariots were all bloody.
Simono greets him, I say to him: “Brother, hello.
“Ida, have you died, you little scumbag?”
His eyes are closed, then he turns around
and he appeared without speaking and touched his neck.
With the ring twice he shows me to understand
who had the audacity to help him.
I pierced his chest and found a wound
damacin lingering on the palate.
He was dagamened by a bit of witchcraft
it seems that his wisdom tooth is medicated
And they took away his strength and he lost his breath
and the medicine man passed by and forced him inside.
And love love love is lost like a candle that goes out,
I cried and felt very sorry at that time.
Like my heart brother I wept for him even in pain,
but pains, tears, cries are not spared by man.
Soul fighter and said to stand don’t hate,
I hoped that I could heal such a wound.
He shows me his ring finger with the ring on it
and I recognized it as a gift as a friend gives it to me.
Then a soft voice only my ears heard(n)
and his lips said: “I’ve lost Aretousa”.
This is all he said and ended his life
and with a bitter sigh his soul went forth.
All the hands you call a pit I dug
and thus they raised him and thus they buried him.
When Areti heard this, she stayed for a while
speechless and her pain made her and she was lost.
