Il Carnevale di Venezia-Nicolo Paganini (1829)
Greek Translation:
Ο Νικολό Παγκανίνι (Nicolò ή Niccolò Paganini, Γένοβα, 27 Οκτωβρίου 1782 – Νίκαια, 27 Μαΐου 1840) ήταν διάσημος Ιταλός βιολιστής, κιθαρίστας και συνθέτης. Υπήρξε ένας από τους διασημότερος βιρτουόζους του βιολιού, ο οποίος ξεχώρισε για την τεχνική και τη δεξιοτεχνία του, ασκώντας επίδραση σε άλλους συνθέτες του ρομαντισμού, όπως ο Φραντς Λιστ, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την αναγνώριση της σπουδαιότητας του στοιχείου της δεξιοτεχνίας. Οι συνθέσεις του περιέχουν κυρίως έργα για βιολί και ορχήστρα και μουσικής δωματίου. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα Εικοσιτέσσερα Καπρίτσια, που χαρακτηρίζονται από δυσκολίες που κατέπληξαν. Στη διάρκεια της ζωής του, ο Παγκανίνι γνώρισε το θαυμασμό αλλά και τη συκοφαντία, που οφειλόταν κυρίως σε φθόνο και στον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του. Οι εξαιρετικές ικανότητες του στο βιολί, η εντυπωσιακή δεξιοτεχνία και τεχνική του έλαβαν μυθικές διαστάσεις. Από το 1810 μέχρι το 1828 πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες σε πόλεις της Ευρώπης, αποτελώντας έναν από τους πρώτους μουσικούς που το επιχείρησε.
Βιογραφία
Προσωπογραφία του Νικολό Παγκανίνι, περ. 1819, σχέδιο του Jean Auguste Dominique Ingres
Ο Παγκανίνι γεννήθηκε στη Γένοβα της Ιταλίας, γιος του λιμενεργάτη Αντόνιο Παγκανίνι και της Τερέζας Μποκιάρντο. Έλαβε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον πατέρα του, ο οποίος ως ερασιτέχνης μουσικός του δίδαξε μαντολίνο και βιολί. Σε μεγαλύτερη ηλικία μαθήτευσε πιθανότατα στο πλευρό του επαγγελματία βιολιστή της θεατρικής ορχήστρας Τζιοβάνι Τσερβέτο (ή Σερβέτο), ενώ αργότερα παρακολούθησε μαθήματα βιολιού από τον Τζιάκομο Κόστα και μουσικής σύνθεσης από τον Φραντσέσκο Νιέκο (Francesco Gnecco). Ήδη από την ηλικία των δώδεκα ετών συνέθετε και έδινε συναυλίες σε εκκλησίες και ιδιωτικούς χώρους, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτες δεξιότητες. Η πρώτη δημόσια εμφάνισή του καταγράφεται περίπου το 1793, στη Γένοβα, η οποία στέφθηκε με επιτυχία. Δύο χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Πάρμα, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του υπό την επίβλεψη του Αλεσάντρο Ρόλα, ο οποίος εντυπωσιασμένος από την τεχνική του Παγκανίνι θεώρησε ότι δεν ήταν σε θέση να του μεταδώσει περισσότερες γνώσεις και τον προέτρεψε να παρακολουθήσει μαθήματα σύνθεσης με τον Φερντινάντο Παέρ. Στα τέλη του 1796, ο Παγκανίνι επέστρεψε στη Γένοβα ως ολοκληρωμένος πλέον μουσικός και έχοντας διευρύνει σημαντικά τις γνώσεις του στους τομείς της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης.
Εξαιτίας της εισβολής των ναπολεόντειων στρατευμάτων στην Ιταλία, έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο Λιβόρνο, ακολουθώντας τον πατέρα του και οργανώνοντας εκεί μία σειρά συναυλιών. Το Σεπτέμβριο του 1801 εγκαταστάθηκε στη Λούκκα, πόλη με σημαντική μουσική παράδοση. Ο Παγκανίνι έζησε εκεί τα επόμενα δέκα χρόνια, συνεχίζοντας να δίνει συναυλίες και επιδεικνύοντας ίσως για πρώτη φορά στοιχεία του «αναρχικού» χαρακτήρα του και της ανορθόδοξης συμπεριφοράς του. Σύντομα απέκτησε σημαντική φήμη ως βιρτουόζος του βιολιού και το 1805 απέκτησε τη θέση του πρώτου βιολιστή στην ορχήστρα της Αυλής της αδελφής του Ναπολέοντα Ελίζας, μεγάλης δούκισσας της Τοσκάνης από το 1807. Αργότερα ανέλαβε διαφορετικά καθήκοντα, προσφέροντας μαθήματα μουσικής στον πρίγκηπα Φελίτσε Μπατσιόκι, σύζυγο της Ελίζας, και διευθύνοντας τη νέα αυλική ορχήστρα. Παράλληλα συνέχισε να συνθέτει, ολοκληρώνοντας αρκετές σονάτες για βιολί και κιθάρα, καθώς και το πρώτο σημαντικό έργο του για βιολί και ορχήστρα, το οποίο γράφτηκε για τον εορτασμό των γενεθλίων του Ναπολέοντα και πήρε το όνομά του.
Από το 1810, ο Παγκανίνι ακολούθησε σταδιοδρομία αυτόνομου μουσικού εγκαταλείποντας την αυτοκρατορική Αυλή και πραγματοποιώντας περιοδείες, αρχικά στις Ιταλικές επαρχίες της Ρομάνια (σημερινή περιφέρεια Εμιλία-Ρομάνια) και της Λομβαρδίας. Παρέμεινε για ένα διάστημα στο Μιλάνο, όπου προσκλήθηκε από τον Αλεσάντρο Ρόλα να συμμετάσχει ως μουσικός στο θέατρο, ενώ αργότερα επέστρεψε στη Γένοβα δίνοντας συναυλίες στην τοπική όπερα. Την ίδια περίοδο, συνήψε ερωτικές σχέσεις με την Αντζολίνα Καβανά, με την οποία εγκαταστάθηκε στην Πάρμα. Μετά το τέλος του δεσμού τους, που διήρκεσε για λίγους μήνες, ο Παγκανίνι κατηγορήθηκε από τον πατέρα της για απαγωγή της κόρης του, γεγονός που οδήγησε σε ολιγοήμερη φυλάκισή του. Τον Ιανουάριο του 1825 ξεκίνησε ένα δεύτερο κύκλο περιοδειών στην κεντρική και νότια Ιταλία, επισκεπτόμενος τη Ρώμη, τη Νάπολη και το Παλέρμο, πόλεις όπου η φήμη του είχε ήδη εδραιωθεί. Την ίδια περίπου περίοδο ολοκλήρωσε το δεύτερο κοντσέρτο για βιολί (op. 7), γνωστό κυρίως για το τελευταίο μέρος του, ένα ροντό, που ονομάστηκε La campanella εξαιτίας της χρήσης ενός τριγώνου για τη μίμηση του ήχου μίας καμπάνας. Το έργο ενέπνευσε αργότερα τον Φραντς Λιστ στη σύνθεση της φαντασίας Grande fantasia de bravoure sur La clochette. Ακολούθησε το τρίτο κοντσέρτο για βιολί, που ολοκληρώθηκε το 1828, έργο που δεν συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες δημιουργίες του, ωστόσο είναι αξιοσημείωτο το adagio ως προς τη χρήση του pizzicato με τρόπο που τα έγχορδα της ορχήστρας να λειτουργούν ως μία κιθάρα.
Από τις αρχές του 1828, ο Παγκανίνι περιόδευσε σε χώρες εκτός των συνόρων της Ιταλίας, με πρώτο σταθμό την Αυστρία. Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης παραμονής του στη Βιέννη, πραγματοποίησε πολυάριθμες συναυλίες σε διαφορετικά θέατρα της πόλης, ενώ σύμφωνα με την αλληλογραφία του, ενθουσιάστηκε από τη μουσική παιδεία του κοινού. Στο ίδιο διάστημα συνέθεσε τρία έργα για βιολί και ορχήστρα: ένα καπρίτσιο που δεν σώζεται, βασισμένο στο Là ci darem la mano του Don Giovanni του Μότσαρτ, τη σονάτα Maestosa suonata sentimentale (op. 27) που αποτελείται από παραλλαγές του εθνικού ύμνου της Αυστρίας και το έργο La tempesta (op. 36). Εγκατέλειψε τη Βιέννη το καλοκαίρι του ίδιου έτους και επόμενος σταθμός του υπήρξε η Πράγα. Η παραμονή του στην πρωτεύουσα της Τσεχίας αποδείχθηκε λιγότερη επιτυχημένη, καθώς οι συναυλίες του αντιμετωπίστηκαν από το κοινό με επιφύλαξη. Πιθανότερη αιτία για την κριτική που αντιμετώπισε αποτέλεσαν οι ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις που ενσωμάτωνε η σχολή της Βοημίας, σύμφωνα με τις οποίες η τεχνική αποτελούσε περισσότερο μέσο προς την πραγμάτωση των μουσικών και εκφραστικών στόχων του ερμηνευτή και λιγότερο πεδίο επίδειξης της δεξιοτεχνίας του. Τον Ιανουάριο του 1829 και για τα επόμενα δύο χρόνια, ο Παγκανίνι περιόδευσε στη Γερμανία και στην Πολωνία, οργανώνοντας περισσότερες από εκατό συναυλίες σε συνολικά σαράντα πόλεις και ολοκληρώνοντας παράλληλα το τέταρτο κοντσέρτο για βιολί σε ρε ελάσσονα. Παρά το γεγονός πως κατόρθωσε να κερδίσει σε μεγάλο βαθμό την αναγνώριση του Γερμανικού κοινού, ορισμένοι επαγγελματίες μουσικοί και κριτικοί εστίασαν με αρνητικό τρόπο στην εκκεντρικότητα των εκτελέσεών του. Το Φεβρουάριο του 1831 ταξίδεψε στο Παρίσι όπου πραγματοποίησε την πρώτη συναυλία του επί γαλλικού εδάφους, παρουσιάζοντας το πρώτο του κοντσέρτο για βιολί και τη Στρατιωτική σονάτα. Η υποδοχή του στη Γαλλία υπήρξε θερμή, καθώς τόσο ο τύπος όσο και οι κριτικοί εξήραν την τεχνική και την ερμηνεία του, ωστόσο η παραμονή του διήρκεσε για μικρό χρονικό διάστημα. Το Μάιο του ίδιου έτους, κατόπιν πρόσκλησης του διευθυντή τού Βασιλικού Θεάτρου του Λονδίνου, ταξίδεψε στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να δώσει συναυλίες. Η πρώτη του εμφάνιση έλαβε χώρα στις 3 Ιουνίου και σημείωσε αξιοσημείωτη επιτυχία αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Πραγματοποίησε επίσης συναυλίες στην Ιρλανδία και στη Σκωτία, πριν επιστρέψει αργότερα στο Παρίσι, όπου σύμφωνα με μία επιστολή του, έδωσε 151 συναυλίες στη διάρκεια ενός έτους.
Την περίοδο 1832-4, ο Παγκανίνι στράφηκε για πρώτη φορά στο όργανο της βιόλας, τόσο ως εκτελεστής όσο και ως συνθέτης. Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, ζήτησε από τον Μπερλιόζ να συνθέσει ένα κοντσέρτο για βιόλα, ωστόσο απέρριψε τα προσχέδια του έργου (αργότερα ο Μπερλιόζ βασίστηκε σε αυτά για τη συμφωνία «Ο Χάρολντ στην Ιταλία») και το 1834 ολοκλήρωσε ο ίδιος τη «Σονάτα για μεγάλη βιόλα» σε ντο μείζονα, προσαρμοσμένη στην εκτελεστική δεινότητα του ίδιου. Ο όρος «μεγάλη βιόλα» οφείλεται στον τύπο του οργάνου που χρησιμοποίησε ο Παγκανίνι, μία βιόλα μεγάλων διαστάσεων που δανείστηκε από φιλικό του πρόσωπο. Η σονάτα για βιόλα τού Παγκανίνι συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων συνεισφορών στο ρεπερτόριο για βιόλα του 19ου αιώνα. Στα τέλη του 1835 επέστρεψε στην Πάρμα, όπου διορίστηκε από τη Μαρία Λουίζα της Αυστρίας σύμβουλος της ορχήστρας του δούκα. Ο Παγκανίνι συνέβαλε στην αναμόρφωσή της, επωφελούμενος από τις επαφές του με τις κορυφαίες ορχήστρες της Ευρώπης, αύξησε τον αριθμό των μελών της και την κατέστησε μία από τις κορυφαίες ιταλικές ορχήστρες. Πιθανώς εξαιτίας της στάσης της Αυλής απέναντι στα σχέδιά του, ο Παγκανίνι εγκατέλειψε τη θέση του και το επόμενο διάστημα έζησε στο Τορίνο, στη Μασσαλία και στη Νίκαια, πριν επιστρέψει στη Γένοβα κατά τις αρχές του 1837. Τον ίδιο χρόνο, συμμετείχε ως μέτοχος ενός καζίνο που έφερε το όνομά του, στο Παρίσι, χώρο στον οποίο έδινε επίσης δύο συναυλίες την εβδομάδα. Η κακή κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεψε τελικά να είναι συνεπής στους αρχικούς του σχεδιασμούς και σύντομα η επιχείρηση αυτή απέτυχε οικονομικά. Ο Παγκανίνι αντιμετώπισε την κατηγορία της αθέτησης συμβολαίου, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να καταβάλει τελικά ένα υψηλό χρηματικό πρόστιμο. Κατά την περίοδο αυτή, η σταδιοδρομία του ως εκτελεστή και βιρτουόζου του βιολιού είχε φθάσει στο τέλος της. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με το εμπόριο έγχορδων οργάνων, τομέα στον οποίο φιλοδοξούσε να διακριθεί εκμεταλλευόμενος την αξιοπιστία τού ονόματός του.
Το τέλος
Η μακάβρια εμφάνισή του περί το τέλος της ζωής του με οφθαλμούς εισερχόμενους στο οστεώδες πρόσωπό του και με τα απίθανα επιμηκυσμένα δάκτυλά του σε συνδυασμό με τη δεισιδαιμονία και το ρομαντικό πνεύμα της εποχής του στάθηκαν ικανά να τον περιβάλει η φήμη διαβολικού όντος. Όταν μάλιστα πέθαινε, στη Νίκαια, από φυματίωση του λάρυγγα, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και λόγω της αδυναμίας κατάποσης η “όστια” της μετάληψης έπεσε από το στόμα του, με συνέπεια κανείς πλέον να μην αμφιβάλει της διαβολικής υπόστασής του. Έτσι όταν πέθανε στις 27 Μαΐου του 1840 η Εκκλησία αρνήθηκε τη ταφή του “δούλου του Σατανά” και η σορός του Παγκανίνι παρέμεινε επί μήνες στο φέρετρο στα υπόγεια του νοσοκομείου, για να αποβληθεί αργότερα από εκεί όταν άρχισε να εκδηλώνεται μεταξύ των κατοίκων σχετική αναταραχή, που έμεινε γνωστή στα χρονικά της επιστήμης ως “ψύχωση Παγκανίνι”. Έτσι ο νεκρός μεταφέρθηκε σε παλαιό λεπροκομείο της Βιλλαφράνκα. Αλλά επειδή κι εκεί οι λεπροί δεν ήθελαν τη γειτονία τους, με τον “επάρατον”, εγκατέλειψαν το φέρετρο στην έρημη ακτή.
Μετά τη πάροδο ενός ακόμη μήνα τρεις Γάλλοι θαυμαστές του μεγάλου δεξιοτέχνη μεταξύ των οποίων και ο ζωγράφος Φ. Ζιέμ παρέλαβαν το φέρετρο και το μετέφεραν κρυφά στη Σαιν Ζαν όπου και το έθαψαν. Μετά τρία χρόνια ο γιος του νεκρού, Αχιλλίνος Παγκανίνι, επιτυγχάνοντας άδεια ταφής από τον Πάπα μετέφερε δια θαλάσσης το φέρετρο στη Γένοβα. Λόγω όμως της επιδημίας της πανώλης που ήδη είχε ενσκήψει απαγορεύτηκε η εκφόρτωση και το πλοίο επανέπλευσε στη Μασσαλία. Αλλά και εκεί αρνήθηκαν οι Μασσαλιώτες να προσφέρουν χώρο για τη ταφή του νεκρού που τελικά απετέθη σε μικρή Μονή της νησίδας του Αγίου Ονωρίου.
Τέλος με την επέμβαση της Μεγάλης Δούκισσας της Πάρμας, της άλλοτε Αυτοκράτειρας της Γαλλίας Μαρίας Λουίζας έληξε ο μεταθανάτιος αυτός διωγμός και το φέρετρο μετεφέρθη τελικά στη Πάρμα το 1845 όπου και τάφηκε στο ναό της Santa Maria della Steccata. Μετά τη παρέλευση 22 ακόμη ετών ο γιος του Παγκανίνι κληρονόμος της κολοσσιαίας κληρονομιάς του πατέρα του ανήγειρε περισπούδαστο τάφο στο νεκροταφείο της Πάρμας όπου και απετέθηκαν οριστικά τα πολυπαθή λείψανα.
Τεχνική
Ευγένιου Ντελακρουά, Προσωπογραφία του Παγκανίνι, περ. 1832, 43 × 28 εκ., συλλογή Phillips, Ουάσιγκτον
Παρά τις ιδιαιτερότητες της τεχνικής του, ο Παγκανίνι δεν διαμόρφωσε μία νέα σχολή στον τρόπο εκτέλεσης του βιολιού, ενώ δεν διέθετε κανένα μαθητή με ανάλογη φήμη. Μεγάλο μέρος των συνθέσεών του παρέμεινε αδημοσίευτο μέχρι το 1851, καθώς ο Παγκανίνι πίστευε πως ήταν ο μόνος που είχε την ικανότητα να τις ερμηνεύσει, όντας προσαρμοσμένες στις ιδιαίτερες δεξιότητες του ίδιου. Η δεξιοτεχνία του φαίνεται πως οφειλόταν σε ένα βαθμό στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο κρατούσε το βιολί, όπως αυτός έχει αποτυπωθεί σε αρκετές λιθογραφίες ή σχέδια ζωγραφικής. Σε αντίθεση με τις σύγχρονες αντιλήψεις, ο Παγκανίνι διατηρούσε το πάνω μέρος των χεριών του κοντά στο υπόλοιπο σώμα, διατηρώντας το «λαιμό» του οργάνου με κλίση προς το έδαφος και προβάλλοντας ελαφρά το ένα πόδι μπροστά. Τα δάχτυλά του δεν ήταν ασυνήθιστου μεγέθους, διέθεταν ωστόσο μεγάλη ευλυγισία και δυνατότητα μεγάλων ανοιγμάτων που έφθαναν να καλύψουν τρεις οκτάβες του οργάνου. Έχει υποστηριχθεί πως οι δεξιότητες του οφείλονταν πιθανώς σε κάποιου τύπου διαταραχή του συνδετικού ιστού (όπως το σύνδρομο Μαρφάν[11] ή μία ήπια παραλλαγή του συνδρόμου Ehlers-Danlos[12]), αν και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επιβεβαιώνονται. Η τεχνική του αρτιότητα και η εξαιρετική δεξιοτεχνία του εξηγήθηκε στην εποχή του μέσα από διάφορους μύθους, με τον πλέον διαδεδομένο να θεωρεί πως είχε πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο προκειμένου να αποκτήσει υπερφυσικές ικανότητες στην εκτέλεση του βιολιού. Υπερβολικές διαστάσεις έλαβαν επίσης ορισμένα στοιχεία της προσωπικής ζωής ή του χαρακτήρα του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη φήμη σύμφωνα με την οποία είχε φυλακιστεί για πολλά χρόνια για το θάνατο μιας ερωμένης του, της οποίας τα εσωτερικά όργανα είχε χρησιμοποιήσει για την κατασκευή χορδών[13]. Ως αγαπημένο όργανο του Παγκανίνι αναφέρεται ένα βιολί του κατασκευαστή Guarneri del Gesù, κατασκευασμένο το 1742, το οποίο ο ίδιος αποκαλούσε «Το κανόνι» (Il cannone).
English Translation:
Nicolò Paganini (Nicolò or Niccolò Paganini, Genoa, October 27, 1782 – Nice, May 27, 1840) was a famous Italian violinist, guitarist and composer. He was one of the most famous violin virtuosos, noted for his technique and virtuosity, influencing other Romantic composers such as Franz Liszt, especially in recognizing the importance of the virtuoso element. His compositions mainly contain works for violin and orchestra and chamber music. Among them, the Twenty-Four Caprices stand out, characterized by difficulties that astonished. During his lifetime, Paganini was admired as well as slandered, which was mainly due to envy and his peculiar character. His exceptional skills on the violin, his impressive skill and technique took on legendary proportions. From 1810 to 1828 he made long tours in European cities, being one of the first musicians to attempt it.
Biography
Portrait of Niccolò Paganini, c. 1819, designed by Jean Auguste Dominique Ingres
Paganini was born in Genoa, Italy, the son of dock worker Antonio Paganini and Teresa Bocciardo. He received his first music lessons from his father, who as an amateur musician taught him mandolin and violin. At an older age he probably studied with the professional violinist of the theater orchestra Giovanni Cerveto (or Serveto), while later he took violin lessons from Giacomo Costa and music composition from Francesco Gnecco. Already at the age of twelve he was composing and giving concerts in churches and private venues, displaying remarkable skills. His first public appearance is recorded around 1793, in Genoa, which was crowned with success. Two years later he settled in Parma to continue his studies under the supervision of Alessandro Rola, who, impressed by Paganini’s technique, felt that he was unable to impart more knowledge to him and urged him to attend composition lessons with Ferdinando Paer . At the end of 1796, Paganini returned to Genoa as an accomplished musician and having greatly expanded his knowledge in the fields of composition and orchestration.
Due to the invasion of the Napoleonic armies in Italy, he lived for a short time in Livorno, following his father and organizing a series of concerts there. In September 1801 he settled in Lucca, a city with an important musical tradition. Paganini lived there for the next ten years, continuing to give concerts and perhaps for the first time showing evidence of his “anarchist” character and unorthodox behavior. He soon gained considerable fame as a violin virtuoso, and in 1805 he obtained the position of first violinist in the Court orchestra of Napoleon’s sister Eliza, Grand Duchess of Tuscany from 1807. He later took on different duties, offering music lessons to Prince Felice Baciocchi, her husband Eliza, and conducting the new court orchestra. At the same time he continued to compose, completing several sonatas for violin and guitar, as well as his first major work for violin and orchestra, which was written to celebrate Napoleon’s birthday and named after him.
From 1810, Paganini pursued a career as an independent musician, leaving the Imperial Court and touring, initially in the Italian provinces of Romania (present-day Emilia-Romagna region) and Lombardy. He remained for a time in Milan, where he was invited by Alessandro Rola to join as a musician in the theater, and later returned to Genoa giving concerts at the local opera. At the same time, he entered into love affairs with Anjolina Cavana, with whom he settled in Parma. After the end of their relationship, which lasted for a few months, Paganini was accused by her father of kidnapping his daughter, which led to his imprisonment for a few days. In January 1825 he began a second round of tours in central and southern Italy, visiting Rome, Naples and Palermo, cities where his reputation was already established. Around the same time he completed the second violin concerto (op. 7), best known for its final movement, a rondo, called La campanella because of the use of a triangle to imitate the sound of a bell. The work later inspired Franz Liszt to compose the fantasy Grande fantasia de bravoure sur La clochette. This was followed by the third violin concerto, completed in 1828, which is not among his greatest works, but the adagio is notable for its use of pizzicato in such a way that the strings of the orchestra act as a single guitar.
From the beginning of 1828, Paganini toured countries outside the borders of Italy, starting with Austria. During his three-month stay in Vienna, he performed numerous concerts in different theaters of the city, while according to his correspondence, he was delighted by the musical literacy of the public. In the same period he composed three works for violin and orchestra: an unsurviving capriccio based on Là ci darem la mano from Mozart’s Don Giovanni, the sonata Maestosa suonata sentimentale (op. 27) consisting of variations on the Austrian national anthem and the work La tempesta (op. 36); He left Vienna in the summer of the same year and his next stop was Prague. His stay in the Czech capital proved less successful, as his concerts were met with reservations by the public. A more likely cause for the criticism he faced was the radically different concepts embodied by the Bohemian school, according to which technique was more a means to the realization of the performer’s musical and expressive goals and less a field for demonstrating his skill. In January 1829 and for the next two years, Paganini toured Germany and Poland, giving more than a hundred concerts in a total of forty cities while completing the Fourth Violin Concerto in D minor. Despite the fact that he managed to gain a great deal of recognition from the German public, some professional musicians and critics focused negatively on the eccentricity of his performances. In February 1831 he traveled to Paris where he gave his first concert on French soil, presenting his first violin concerto and the Military Sonata. His reception in France was warm, with press and critics alike praising his technique and performance, but his stay was short-lived. In May of the same year, at the invitation of the director of the Royal Theater in London, he traveled to the English capital to give concerts. Its first performance took place on June 3 and was a remarkable success, garnering rave reviews. He also gave concerts in Ireland and Scotland, before later returning to Paris, where, according to one of his letters, he gave 151 concerts over the course of a year.
In the period 1832-4, Paganini turned for the first time to the instrument of the viola, both as a performer and as a composer. While in Paris, he asked Berlioz to compose a viola concerto, but he rejected the drafts of the work (Berlioz later used them for the symphony “Harold in Italy”) and in 1834 he himself completed the “Sonata for viola” in C major, adapted to the executive skill of the same. The term “big viola” is due to the type of instrument Paganini used, a large viola borrowed from a friend of his. Paganini’s viola sonata ranks among the most important contributions to the viola repertoire of the 19th century. At the end of 1835 he returned to Parma, where he was appointed by Maria Luisa of Austria adviser to the duke’s orchestra. Paganini contributed to its reformation, benefiting from his contacts with the leading orchestras of Europe, he increased the number of its members and made it one of the leading Italian orchestras. Possibly because of the Court’s attitude towards his designs, Paganini left his position and subsequently lived in Turin, Marseilles and Nice, before returning to Genoa in early 1837. At the same time, he became involved as a shareholder in a casino which bore his name, in Paris, where he also gave two concerts a week. The poor state of his health finally did not allow him to be consistent with his original plans and soon this business failed financially. Paganini was charged with breach of contract, eventually having to pay a hefty fine. During this period, his career as a performer and violin virtuoso had come to an end. In the last years of his life he dealt with the trade of stringed instruments, a field in which he aspired to distinguish himself by exploiting the reliability of his name.
End
His macabre appearance towards the end of his life with eyes protruding into his bony face and his fantastically elongated fingers combined with the superstition and romantic spirit of his age were able to surround him with the reputation of a diabolical being. In fact, when he was dying, in Nicaea, from tuberculosis of the larynx, he asked to receive communion of the Immaculate Mysteries and due to the inability to swallow, the “host” of communion fell from his mouth, with the result that no one could doubt his diabolical status. So when he died on May 27, 1840, the Church refused to bury the “slave of Satan” and Paganini’s body remained for months in the coffin in the basement of the hospital, only to be later expelled from there when a relative disturbance began to manifest itself among the residents, which became known in the annals of science as “Paganini psychosis”. So the deceased was transferred to an old leper asylum in Villafranca. But because even there the lepers did not want their neighborhood, with the “hell”, they left the coffin on the deserted shore.
After the passage of another month, three French admirers of the great master, among whom was the painter F. Ziem, received the coffin and carried it secretly to Saint-Jean, where they buried it. After three years the son of the deceased, Achillino Paganini, obtaining burial permission from the Pope, transported the coffin by sea to Genoa. However, due to the plague epidemic that had already set in, unloading was prohibited and the ship sailed back to Marseilles. But even there, the people of Marseilles refused to offer space for the burial of the deceased, who was eventually buried in a small monastery on the island of Agios Honorios.
Finally, with the intervention of the Grand Duchess of Parma, the former Empress of France Maria Luisa, this posthumous persecution ended and the coffin was finally transported to Parma in 1845 where it was buried in the church of Santa Maria della Steccata. After the passage of 22 more years, Paganini’s son, heir to his father’s colossal legacy, erected an elaborate tomb in the Parma cemetery where the long-suffering remains were finally deposited.
Technique
Eugene Delacroix, Portrait of Paganini, ca. 1832, 43 × 28 cm, Phillips Collection, Washington
Despite the peculiarities of his technique, Paganini did not form a new school of violin performance, and he had no students of comparable reputation. Much of his compositions remained unpublished until 1851, as Paganini believed that he was the only one capable of performing them, being adapted to his particular skills. His skill seems to have been due in part to the particular manner in which he held the violin, as is depicted in several lithographs or drawings. Contrary to modern notions, Paganini kept his upper arms close to the rest of his body, keeping the “neck” of the instrument inclined towards the ground and projecting one leg slightly in front. His fingers were not of unusual size, but they possessed great flexibility and the possibility of large openings that came to cover three octaves of the instrument. It has been suggested that his skills were possibly due to some type of connective tissue disorder (such as Marfan syndrome[11] or a mild variant of Ehlers-Danlos syndrome[12]), although these claims have not been confirmed. His technical perfection and extraordinary skill were explained in his time through various myths, the most widespread of which is that he had sold his soul to the devil in order to acquire supernatural abilities in playing the violin. Certain elements of his personal life or character were also exaggerated, most notably the rumor that he had been imprisoned for many years for the death of a mistress whose internal organs he had used to make strings.[13] Paganini’s favorite instrument is a violin made by Guarneri del Gesù, made in 1742, which he called “Il cannone”.
